Είναι ευρέως γνωστή η νευροβιολογική και νευροανατομική βάση η οποία σχετίζεται με την ανάπτυξη των ΔΑΦ. Αρχικά, καλό θα ήταν να γίνει αναφορά στους νευροδιαβιβαστές. Οι νευροδιαβιβαστές μεταφέρουν χημικής φύσεως μηνύματα από κύτταρο σε κύτταρο προκειμένου αυτά να μεταφερθούν στον εγκέφαλο.

Μία μεγάλη ποικιλία νευροδιαβιβαστών υπάρχει : Ντοπαμίνη, Σεροτονίνη, Ακετυλοχολίνη (Yapko, 2003). Κάθε μη τυπική διαδικασία που λαμβάνει χώρα κατά τη μεταφορά των χημικών μηνυμάτων στον εγκέφαλο, είναι πιθανό να προκαλέσει χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο. Πολλοί ερευνητές έχουν παρατηρήσει διαφορετικές δομές στον εγκέφαλο όταν ερευνούσαν εγκέφαλο υποκειμένων με ΔΑΦ και χωρίς ΔΑΦ. Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί διαφορά στην περιεκτικότητα συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών τόσο στο αίμα όσο και στα υγρά του νωτιαίου μυελού (Diane et al, 2001). Νευροπαθολογικής, νευροαπεικονιστικής και γενετικής φύσεως έρευνες σε υποκείμενα με ΔΑΦ, κάνουν την πιθανή εμπλοκή της Σεροτονίνης στην ανάπτυξη του αυτισμού σχεδόν ξεκάθαρη (Sodhi & Sanders- Bush, 2004).

Η Σεροτονίνη η οποία είναι γνωστή επίσης και ως 5- υδροξυτρυπταμίνη (5-HT), είναι ένας νευροδιαβιβαστής ο οποίος έχει βρεθεί σε μεγάλες συγκεντρώσεις στα κύτταρα του εντέρου, κα σε μικρότερες συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο. Η δυσλειτουργία του σεροτονινεργικού συστήματος έχει αντίκτυπο στον εγκέφαλο καθώς είναι υπεύθυνο για την εννεύρωση σχεδόν όλου του εγκεφάλου (Sodhi & Sanders- Bush, 2004). Η Σεροτονίνη επίσης παίζει ρόλο- κλειδί στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) καθώς σχετίζεται με την ευαισθησία στον πόνο, την όρεξη, την επιθετικότητα, αισθητηριακο-κινητικές δραστηριότητες, σεξουαλική συμπεριφορά, διάθεση, γνωστικές δραστηριότητες, μάθηση και μνήμη (Yosifova, 2009). Πολλά από τα παραπάνω παρουσιάζονται στις ΔΑΦ. Η αυξημένη περιεκτικότητα Σεροτονίνης στο αίμα τείνει να επιβεβαιώσει την υποψία πως το σεροτονινεργικό σύστημα πιθανών να σχετίζεται με τις ΔΑΦ (Zafeiriou et al, 2009).

Σε ερευνητικό επίπεδο, η Cook και συν. (1994) βρήκαν πως σχεδόν το 25-50% των υποκειμένων με ΔΑΦ αντιμετωπίζουν υπερσεροτονεμία (σύνδρομο σεροτονίνης) καθώς επίσης και οι γονείς και τα αδέρφια τους. Επίσης, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι γονείς των υποκειμένων με ΔΑΦ ενδεχομένως να αντιμετωπίζουν ψυχιατρικής φύσεως διαταραχές όπως κατάθλιψη, στην οποία εμπλέκεται η Σεροτονίνη (Cook et al, 1994; Daniels et al, 2008). Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των ΔΑΦ- η παρουσία των επαναλαμβανόμενων συμπεριφορών- θα μπορούσε να απαντηθεί από το γεγονός πως τα υποκείμενα με ΔΑΦ εμφανίζουν μειωμένα επίπεδα Σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Πιο συγκεκριμένα έρευνες που χρησιμοποίησαν τη μέθοδο μείωσης της τρυπτοφάνης  (tryptophan depletion) καταδεικνύουν μία σχέση με πολλές από τις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (McDougle et al, 1996). Τα υποκείμενα με ΔΑΦ έχουν βρεθεί να μεταφέρουν μεγαλύτερα επίπεδα Σεροτονίνης στο αίμα τους και να την επεξεργάζονται με διαφορετικό τρόπο σε αντίθεση με τυπικά αναπτυσσόμενα υποκείμενα (McDougle et al, 1996).

Η Diane και συν (2001) διεξήγαγε μία έρευνα προκειμένου να προσδιορίσει τόσο αν η περιεκτικότητα της Σεροτονίνης βρίσκεται σε μεγαλύτερες ποσότητες στα παιδιά από ότι στους ενήλικες όσο το αν υπάρχει διαφορά στην περιεκτικότητα της Σεροτονίνης σε υποκείμενα με ΔΑΦ και χωρίς. Αφού αξιολόγησαν την περιεκτικότητα σε 30 υποκείμενα με ΔΑΦ, 8 αδέλφια τους χωρίς ΔΑΦ και 16 υποκείμενα με επιληψία αλλά όχι ΔΑΦ όλοι διαφορετικών ηλικιών, χρησιμοποίησαν μία τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων και μεθυλο-L-τρυπτοφάνης. Ως αποτέλεσμα, βρέθηκε πως η περιεκτικότητα της Σεροτονίνης είναι υψηλότερη στα παιδιά από ότι στους ενήλικες (200% υψηλότερη για τα τυπικώς αναπτυσσόμενα υποκείμενα και 250% για τα υποκείμενα με ΔΑΦ). Το ενδιαφέρον όμως πρέπει να επικεντρωθεί στη διαφορά μεταξύ υποκειμένων με ΔΑΦ- υποκειμένων με επιληψία και υποκειμένων με ΔΑΦ- αδέλφια τους. Πιο συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο η περιεκτικότητα της Σεροτονίνης τροποποιείται κατά τη παιδική ηλικία, με τα υποκείμενα με ΔΑΦ να καταδεικνύουν έως τα 5 έτη μείωση στην περιεκτικότητα της Σεροτονίνης ακολουθούμενη από μία αύξηση γύρω στα 15 έτη η οποία ξεπερνά την περιεκτικότητα Σεροτονίνης των ενηλίκων. Σε αντίθεση, τα τυπικώς αναπτυσσόμενα υποκείμενα αυξάνουν τη περιεκτικότητα της Σεροτονίνης με φυσιολογικό τρόπο ως τα 5 έτη, ακολουθούμενη από μείωση της περιεκτικότητας από τα 5-15 έτη στα επίπεδα των ενηλίκων (Chugani, 1999). Φαίνεται πως ο κάθε εγκέφαλος έχει υψηλά επίπεδα Σεροτονίνης στα πρώιμα χρόνια της ανάπτυξης, μία διαδικασία η οποία δε φαίνεται να λειτουργεί κανονικά σε υποκείμενα με ΔΑΦ (Diane et al, 2001).

Ελευθερία Ισμιρλίδου