Πλούσια βάση στοιχείων, βεβαιώνει πως τα όργανα του αναπτυσσόμενου εμβρύου και ιδιαίτερα ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σε χημικής φύσεως διαταραχές. Παρόλα αυτά, οι επιστήμονες γνωρίζουν πολύ λίγα σχετικά με το ΠΩΣ η έκθεση σε συγκεκριμένα ενδογενή χημικά, έχει αντίκτυπο στην ανθρώπινη ανάπτυξη ή στην ικανότητα μάθησης την οποία αναπτύσσουν τα παιδιά. Επιπλέον, δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με το πώς η απέραντη πλειοψηφία των 84.000 χημικών όπως έχουν αναρτηθεί από τον κατάλογο του Ελέγχου Τοξικών Ουσιών (TSCA) –περιλαμβάνοντας τις περισσότερες από τις 201 ενώσεις που έχουν βρεθεί ως νευροτοξικές σε ενήλικες και 1000 χημικά τα οποία έχουν βρεθεί νευροτοξικά σε ζώα- πιθανώς να επηρεάζουν την ανάπτυξη των νηπίων. Επίσης, δεν είναι ξεκάθαρο το γεγονός αν με το να εξετάζονται ζώα δίνονται πάντα ακριβή στοιχεία σχετικά με την ευαισθησία της ανάπτυξης του ανθρώπου.

Ένα ερευνητικά νέο κύμα, το οποίο βασίζεται στη μελέτη των ανθρώπινων βλαστοκυττάρων, παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το πώς τα χημικά είναι δυνατό να επηρεάσουν την ανάπτυξη του νεογνού. Τα βλαστοκύτταρα είναι τα κύρια κύτταρα που είναι ικανά να παράγουν κάποια ή όλα από τα 200 και πλέον διαφόρων τύπων κύτταρα στο ανθρώπινο σώμα. Τη παρούσα χρονική στιγμή, κάποιοι ερευνητές πιστεύουν πως τα βλαστοκύτταρα ίσως να επιτρέψουν στους επιστήμονες να συσσωρεύσουν πολύ περισσότερα δεδομένα σχετικά με το πώς η έκθεση σε χημικά του περιβάλλοντος επηρεάζει την ανθρώπινη ανάπτυξη και πιο συγκεκριμένα την ανάπτυξη του εγκεφάλου.


Η υπόσχεση των βλαστοκυττάρων


Οι περισσότερες έρευνες που λαμβάνουν χώρα σε Αγγλία και Η.Π.Α. ΔΕΝ χρησιμοποιούν ανθρώπινα εμβρυικά βλαστοκύτταρα. Τα βλαστοκύτταρα δύναται να συλλεχθούν από το ανθρώπινο σώμα είτε από τον ιστό του Νευρικού Συστήματος (ΝΣ) του εμβρύου, είτε από τον ιστό του ΝΣ του νεογνού, είτε από τον ιστό του ΝΣ του ενήλικα. Χρησιμοποιώντας ανθρώπινα κύτταρα και όχι ζώων, ο ερευνητής έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει την ανθρώπινη γενετική μεταβλητότητα τόσο σε διαφορετικά ηλικιακά στάδια όσο και σε διαφορετικές ασθένειες ή/ και σύνδρομα.


Χρησιμοποιώντας βλαστοκύτταρα για να ερευνηθεί ο αυτισμός


Ο Ricardo Dolmetsch του Stanford University, επιστράτευσε μία διαφορετική προσέγγιση. Χρησιμοποίησε τα ανθρώπινα βλαστοκύτταρα προκειμένου να ερευνήσει τις Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ). Η ομάδα του, διεξάγοντας προκαταρκτικές εργασίες συμπέρανε πως είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένα σύστημα ανίχνευσης περιβαλλοντικών παραγόντων προκειμένου να αξιολογηθεί εάν τα βλαστοκύτταρα είναι ικανά να παίξουν κάποιο καθοριστικό ρόλο στις ΔΑΦ. Ο Dolmetsch υποστηρίζει πως τα υποκείμενα τα οποία εκτός από τη διάγνωση ΔΑΦ τυγχάνει να εμφανίζουν ταυτόχρονα και κάποια σπάνια γενετική διαταραχή μοιράζονται όμοιες ‘κυψελοειδείς μοριακές υπογραφές’. Παίρνοντας λοιπόν δείγμα από τον ιστό του δέρματος αυτών των υποκειμένων επαναπρογραμμάτισε τα κύτταρα σε τέτοιο επίπεδο ώστε να είναι λειτουργικά. Με αυτό τον τρόπο η ομάδα επιτυχώς δημιούργησε μία ποικιλία νευρώνων και κυττάρων συμπεριλαμβανομένων και των κατεχολαμινεργικών κυττάρων τα οποία είναι υπεύθυνα για τον έλεγχο της έκκρισης των ορμονών όπως η ντοπαμίνη η οποία έχει βρεθεί να εμπλέκεται τόσο στον αυτισμό όσο και στη σχιζοφρένεια.

Καθώς η αιτιολογία των ΔΑΦ ποικίλλει (Yapko, 2006) και το κάθε υποκείμενο αντιμετωπίζεται διαφορετικά, η παραπάνω μέθοδος πιθανό να είναι ενισχυτική για κάποια υποκείμενα ενώ για κάποια άλλα όχι. Επιπλέον να υπογραμμιστεί πως ΔΕΝ είναι θεραπευτική μέθοδος αλλά ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις σε συνάρτηση με άλλες μεθόδους (λογοθεραπεία, εργοθεραπεία κ.ά.) να αποτελέσει μία ώθηση για το υποκείμενο.

Όπως γίνεται αντιληπτό, τα βλαστοκύτταρα κρύβουν ελπίδες αλλά ταυτόχρονα είναι κάτι νέο οπότε μονάχα ο χρόνος και η πλούσια με έγκυρα αποτελέσματα ερευνητική δραστηριότητα είναι ικανή να εξάγει αξιόπιστα συμπεράσματα καθώς επίσης και συστάσεις για εφαρμογή ή όχι της συγκεκριμένης μεθόδου.


Ελευθερία Ισμιρλίδου


Betts, K.S. 2010. Growing Knowledge: Using stem cells to study Developmental Neurotoxicity. Neurotoxicology [Online journal]. 118 (10), pp. 432-437.